Ζούμε σε μια εποχή όπου η παρουσία μοιάζει διαρκής. Είμαστε συνεχώς «εκεί»: σε οθόνες, σε πλατφόρμες, σε ροές εικόνων και βίντεο που δεν σταματούν ποτέ. Η εμπειρία της απουσίας φαίνεται να έχει σχεδόν εξαλειφθεί. Κι όμως, παρά αυτή την αδιάκοπη συνδεσιμότητα, ένα βίωμα αναδύεται όλο και πιο συχνά, όλο και πιο έντονα: η μοναξιά.
Όχι ως απλή έλλειψη κοινωνικών επαφών, αλλά ως βαθιά αίσθηση μη-σύνδεσης. Ως το βίωμα ότι «είμαι εδώ, αλλά δεν με βλέπει κανείς πραγματικά». Πρόκειται για μια υπαρξιακή μοναξιά, που δεν αίρεται με περισσότερη επικοινωνία, αλλά με ουσιαστικότερη σχέση — κάτι που το ψηφιακό περιβάλλον συχνά αδυνατεί να προσφέρει.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το TikTok και το Instagram, δεν είναι από μόνα τους το πρόβλημα. Είναι, όμως, ένας ιδιαίτερος «σκηνικός χώρος». Ένα περιβάλλον όπου ο εαυτός δεν βιώνεται απλώς — παρουσιάζεται. Επιμελείται. Σκηνοθετείται.
Από δραματοθεραπευτική σκοπιά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το άτομο καλείται να επιτελέσει έναν ρόλο. Το προφίλ γίνεται η σκηνή, το περιεχόμενο το σενάριο και το κοινό —οι ακόλουθοι— ο καθρέφτης που επιστρέφει επιβεβαίωση ή σιωπή. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ότι παίζουμε ρόλους — αυτό είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης. Το ζήτημα είναι τι συμβαίνει όταν ο ρόλος απομακρύνεται υπερβολικά από το βίωμα.
Όταν, δηλαδή, το «πώς φαίνομαι» αρχίζει να αντικαθιστά το «πώς είμαι».
Σε αυτό το σημείο δημιουργείται μια εσωτερική ρωγμή. Το άτομο μπορεί να λαμβάνει αναγνώριση, αποδοχή, ακόμη και θαυμασμό — αλλά για μια εκδοχή του εαυτού του που δεν τον εκφράζει πλήρως. Η εμπειρία γίνεται παράδοξη: «με βλέπουν, αλλά δεν με γνωρίζουν». Και αυτή η ασυνέχεια τροφοδοτεί τη μοναξιά.
Ιδιαίτερα στην εφηβεία και τη νεαρή ενήλικη ζωή, όπου η ταυτότητα βρίσκεται σε διαρκή διαμόρφωση, αυτή η συνθήκη μπορεί να γίνει ψυχικά επιβαρυντική. Η σύγκριση είναι συνεχής, σχεδόν αδιάκοπη. Οι ζωές των άλλων παρουσιάζονται μέσα από επιλεγμένα στιγμιότυπα επιτυχίας, ομορφιάς, κοινωνικότητας. Το άτομο καλείται να σταθεί απέναντι σε ένα αόρατο αλλά ισχυρό πρότυπο επάρκειας.
Και όταν δεν νιώθει «αρκετό» — κάτι που συμβαίνει πολύ συχνότερα απ’ όσο παραδέχεται — η απόσταση μεγαλώνει. Όχι μόνο από τους άλλους, αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ψυχική δυσφορία δεν εμφανίζεται πάντα με τους τρόπους που έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε. Δεν είναι απαραίτητα η απόσυρση ή η εμφανής θλίψη. Μπορεί να είναι η υπερ-παρουσία. Η ανάγκη για συνεχή έκθεση. Η εξάρτηση από την ανατροφοδότηση. Η έντονη εναλλαγή ανάμεσα σε στιγμές «ανύψωσης» και εσωτερικού κενού.
Εδώ συναντάμε συχνά μορφές αδιάγνωστης ψυχοπαθολογίας: καταθλιπτικά στοιχεία που καλύπτονται από λειτουργικότητα, αγχώδεις διεργασίες που μεταμφιέζονται σε υπερδραστηριότητα, βαθύτερα ζητήματα ταυτότητας που εκφράζονται μέσα από τη διαρκή ανάγκη για εξωτερική επιβεβαίωση. Δεν πρόκειται για «αδυναμία χαρακτήρα», αλλά για ψυχικές διεργασίες που δεν βρήκαν τον κατάλληλο χώρο να αναγνωριστούν και να επεξεργαστούν.
Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, μια έφηβη 16 ετών. Έχει έντονη παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αναρτά συχνά, δέχεται σχόλια, φαίνεται κοινωνικά ενεργή. Στο σχολείο λειτουργεί «κανονικά». Δεν προκαλεί ανησυχία. Κι όμως, στο εσωτερικό της κυριαρχεί ένα επίμονο αίσθημα κενού, μια αγωνία να είναι αποδεκτή, ένας φόβος ότι αν σταματήσει να «παράγει» εικόνα, θα πάψει να υπάρχει για τους άλλους. Δεν ζητά βοήθεια — όχι γιατί δεν την χρειάζεται, αλλά γιατί δεν έχει μάθει πώς να την ζητήσει χωρίς να εκτεθεί ή να κριθεί.
Αυτές οι ιστορίες δεν είναι σπάνιες. Είναι, συχνά, αθέατες.
Και κάποιες φορές, όταν η εσωτερική πίεση γίνει αφόρητη, η αορατότητα μετατρέπεται σε κραυγή — με τρόπους που σοκάρουν το κοινωνικό σύνολο.
Τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα στη χώρα μας μάς φέρνουν αντιμέτωπους με αυτή τη σκληρή πραγματικότητα. Πέρα από τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης, αναδύεται ένα κοινό υπόστρωμα: η εμπειρία του αδιεξόδου και μια βαθιά, μη αναγνωρισμένη μοναξιά.
Κι όμως, αντί η κοινωνία να σταθεί σε αυτή τη διάσταση, συχνά ενεργοποιείται ένας διαφορετικός μηχανισμός: η αναζήτηση ευθύνης στο ίδιο το άτομο. Το λεγόμενο victim blaming.
«Γιατί το έκανε;»
«Δεν σκέφτηκε;»
«Έφταιγε;»
Αυτές οι ερωτήσεις, αν και φαίνονται λογικές, συχνά λειτουργούν ως άμυνα. Όσο πιο τρομακτικό είναι ένα γεγονός, τόσο πιο έντονη γίνεται η ανάγκη να το εξηγήσουμε με τρόπο που να μας προστατεύει. Αν πιστέψουμε ότι ο άλλος «έφταιξε», μπορούμε να διατηρήσουμε την αίσθηση ότι εμείς ελέγχουμε τη ζωή μας και ότι κάτι τέτοιο δεν μας αφορά.
Όμως αυτή η στάση έχει κόστος. Ενισχύει το στίγμα γύρω από την ψυχική δυσφορία και αποθαρρύνει τους ανθρώπους από το να εκφραστούν. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η ευαλωτότητα δεν βρίσκει χώρο — και, άρα, παραμένει κρυφή μέχρι να γίνει ακραία.
Από ψυχοθεραπευτική σκοπιά, η μοναξιά δεν είναι απλώς ένα δυσάρεστο συναίσθημα. Είναι ένδειξη διακοπής της σχέσης — είτε με τον εαυτό είτε με τον άλλον. Συχνά συνδέεται με πρώιμες εμπειρίες όπου το άτομο δεν ένιωσε ότι το βλέπουν, το ακούν, το κατανοούν. Στην ενήλικη ζωή, αυτή η εμπειρία μπορεί να επαναλαμβάνεται μέσα από ρόλους που εξασφαλίζουν αποδοχή αλλά όχι αυθεντική σύνδεση.
Στη δραματοθεραπεία, ο άνθρωπος καλείται να αναγνωρίσει αυτούς τους ρόλους, να τους δοκιμάσει, να τους αποδομήσει. Να σταθεί, έστω για λίγο, χωρίς αυτούς. Και εκεί, σε αυτή τη στιγμή απογύμνωσης από την επιτέλεση, μπορεί να συμβεί κάτι ουσιαστικό: να βιώσει μια σχέση όπου δεν χρειάζεται να αποδείξει την αξία του.
Αυτό είναι και το θεραπευτικό αντίδοτο στη μοναξιά. Όχι η αύξηση των επαφών, αλλά η ποιότητα της παρουσίας. Η δυνατότητα να υπάρχω χωρίς να κρύβομαι πίσω από ρόλους που με περιορίζουν.
Το ερώτημα που αναδύεται, λοιπόν, δεν είναι αν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι «καλά» ή «κακά». Είναι πώς τα χρησιμοποιούμε και —κυρίως— τι ψυχικές ανάγκες καλούνται να καλύψουν. Όταν λειτουργούν ως υποκατάστατο της σχέσης, η μοναξιά εντείνεται. Όταν εντάσσονται σε ένα πλαίσιο όπου υπάρχει ήδη ουσιαστική σύνδεση, μπορούν να παραμείνουν εργαλεία, όχι καθρέφτες αξίας.
Ίσως, τελικά, το πιο κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά την τεχνολογία, αλλά εμάς.
Πόσο χώρο δίνουμε στην ευαλωτότητα;
Πόσο αντέχουμε να δούμε τον άλλον πέρα από την εικόνα του;
Πόσο επιτρέπουμε στον εαυτό μας να υπάρξει χωρίς να «παρουσιαστεί»;
Γιατί η μοναξιά στην εποχή της υπερσύνδεσης δεν είναι αντίφαση. Είναι αντανάκλαση του τρόπου που σχετιζόμαστε — με τους άλλους και με τον εαυτό μας.
Και ίσως το πιο δύσκολο, αλλά και το πιο αναγκαίο βήμα, είναι αυτό:
να αντέξουμε να συναντηθούμε πραγματικά.
Σύνταξη: Νίκος Τσιλιβαράκος, Κοινωνικός Λειτουργός, Ειδικευόμενος Δραματοθεραπευτής – Ψυχοθεραπευτής, Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού, Συγγραφέας
Επιμέλεια: Η ομάδα του Teach & Treat







