Για τις φορές που βιαζόμαστε να μεγαλώσουν
Συχνά ζητάμε από τα παιδιά κάτι που εμείς, ως ενήλικες, δυσκολευόμαστε να καταφέρουμε: να ηρεμήσουν, να ελέγξουν τον θυμό τους, να συγκρατήσουν τις παρορμήσεις τους, να μη φωνάξουν, να μην αντιδράσουν έντονα.
Το ζητάμε από παιδιά που ακόμη μαθαίνουν να αναγνωρίζουν, να αντέχουν και να διαχειρίζονται όσα νιώθουν. Κι εμείς, με χρόνια εμπειριών και έναν εγκέφαλο που έχει αναπτυχθεί επί δεκαετίες, εξακολουθούμε κάποιες φορές να εκνευριζόμαστε, να φωνάζουμε, να αντιδρούμε υπερβολικά ή να απομακρυνόμαστε όταν δυσκολευόμαστε.
Περιμένουμε, άραγε, από τα παιδιά περισσότερα απ’ όσα μπορούμε κι εμείς οι ίδιοι να καταφέρουμε;
Η αντίστροφη απαίτηση
Υπάρχει κάτι σχεδόν παράδοξο στη σχέση μας με τα παιδιά. Περιμένουμε από εκείνα να σκέφτονται πριν αντιδράσουν, να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, ενώ εμείς διαθέτουμε περισσότερα εργαλεία για να το κάνουμε: εμπειρία, λόγο και τη δυνατότητα να σκεφτούμε πριν ενεργήσουμε.
Και παρόλα αυτά, πόσες φορές χάσαμε την ψυχραιμία μας ενώ γνωρίζαμε πολύ καλά πώς θα θέλαμε να αντιδράσουμε;
Οι ικανότητες που μας βοηθούν να οργανώνουμε τη συμπεριφορά μας, να ελέγχουμε τις παρορμήσεις μας και να ρυθμίζουμε τα συναισθήματά μας αναπτύσσονται σταδιακά. Ο προμετωπιαίος φλοιός, που συμμετέχει σε αυτές τις λειτουργίες, συνεχίζει να ωριμάζει κατά την εφηβεία και στις αρχές της ενήλικης ζωής. Η ανάπτυξη, ωστόσο, δεν ακολουθεί τον ίδιο ρυθμό σε όλους ούτε σημαίνει ότι οι δυσκολίες αυτορρύθμισης εξηγούνται αποκλειστικά από την ωρίμανση του εγκεφάλου. Επηρεάζονται επίσης από τις εμπειρίες, το περιβάλλον και τις σχέσεις μας.
Ο εγκέφαλος δεν ανάβει έναν διακόπτη κάποια στιγμή για να είναι έτοιμος. Η ανάπτυξή του είναι μια διαδρομή με διαφορετικούς ρυθμούς, σταθμούς και αλλαγές. Το παιδί χρειάζεται χρόνο, εμπειρίες και σχέσεις που το στηρίζουν, ώστε να καλλιεργήσει σταδιακά αυτές τις ικανότητες. Δεν μπορούμε να το οδηγήσουμε στον προορισμό με το ζόρι. Μπορούμε, όμως, να το συνοδεύσουμε στη διαδρομή.
Κι εδώ γεννιέται ένα ερώτημα: αν εμείς, με τόσα χρόνια εμπειριών, δεν καταφέρνουμε πάντα να παραμένουμε ήρεμοι, γιατί περιμένουμε από ένα παιδί να το κάνει άμεσα, σωστά και χωρίς βοήθεια;
Η απάντηση, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν είναι ότι δεν αγαπάμε τα παιδιά μας. Είναι ότι είμαστε κουρασμένοι, αγχωμένοι και προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σε μια καθημερινότητα γεμάτη απαιτήσεις. Όταν το παιδί κλαίει, φωνάζει ή δεν συνεργάζεται, είναι φυσικό να ψάχνουμε γρήγορα μια λύση. Θέλουμε να ηρεμήσει, για να μπορέσουμε να ηρεμήσουμε κι εμείς.
Δεν χρειάζεται να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας γι’ αυτό. Χρειάζεται, όμως, να αναγνωρίσουμε πότε η δική μας δυσκολία μάς οδηγεί να ζητάμε από το παιδί περισσότερα απ’ όσα μπορεί εκείνη τη στιγμή να διαχειριστεί.
«Μην κάνεις σαν μωρό»
Η φράση «μην κάνεις σαν μωρό» ακούγεται συχνά ως διόρθωση. Όμως κρύβει μια αντίφαση: ζητάμε από το παιδί να απομακρυνθεί από ανάγκες που μπορεί να είναι απολύτως φυσιολογικές για την ηλικία του.
Ένα παιδί που κλαίει ή θέλει αγκαλιά, ζητά προσοχή ή αντιδρά έντονα δεν προσπαθεί απαραίτητα να μας δυσκολέψει. Μπορεί να εκφράζει μια ανάγκη για την οποία δεν έχει ακόμη βρει άλλον τρόπο να μιλήσει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συμπεριφορά γίνεται αποδεκτή ή ότι δεν χρειάζονται όρια. Σημαίνει ότι χρειάζεται να διακρίνουμε τη συμπεριφορά από το παιδί και να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι βρίσκεται πίσω από αυτήν.
Το παιδί μπορεί να χρειάζεται ένα σταθερό όριο, αλλά και έναν ενήλικο που θα το βοηθήσει να διαχειριστεί αυτό που το δυσκολεύει εκείνη τη στιγμή.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι το παιδί συμπεριφέρεται κάποιες φορές σαν μικρότερο. Είναι όταν ξεχνάμε ότι βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία της ανάπτυξης και περιμένουμε από εκείνο να έχει ήδη κατακτήσει όσα χρειάζεται χρόνο για να μάθει.
«Του μιλάμε σαν να είναι μεγάλο»
Υπάρχει και μια άλλη παγίδα. Μιλάμε στο παιδί σαν να σκέφτεται και να νιώθει όπως ένας ενήλικος. Του εξηγούμε, επιχειρηματολογούμε, κάνουμε ερωτήσεις και περιμένουμε να μας πει γιατί αντέδρασε έτσι, τι αισθάνεται και τι θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά την επόμενη φορά.
Για να μπορέσει να σκεφτεί πάνω σε όσα νιώθει, χρειάζεται πρώτα να είναι σε θέση να τα διαχειριστεί σε έναν βαθμό. Αυτή η ικανότητα αναπτύσσεται σταδιακά και καλλιεργείται μέσα από τη σχέση με τους ενήλικες που το φροντίζουν.
Ένα παιδί μπορεί να καταλαβαίνει κάθε λέξη και παρ’ όλα αυτά να μην μπορεί να ανταποκριθεί. Μπορεί να ξέρει ότι δεν πρέπει να χτυπήσει, να φωνάξει ή να πετάξει κάτι και να το κάνει, επειδή εκείνη τη στιγμή δυσκολεύεται να διαχειριστεί την ένταση που βιώνει.
Φυσικά χρειάζεται να μάθει να συμπεριφέρεται διαφορετικά. Η γνώση όμως από μόνη της δεν αρκεί πάντα. Εκείνη τη στιγμή, μια μεγάλη εξήγηση μπορεί να μην το βοηθήσει όσο η δική μας ήρεμη παρουσία, ένα σαφές όριο και λίγα λόγια που μπορεί να επεξεργαστεί.
Πότε θα είναι παιδί, λοιπόν, αν από τόσο νωρίς του ζητάμε να σκέφτεται, να εξηγεί και να ρυθμίζει τον εαυτό του σαν να έχει ήδη μεγαλώσει;
Χρειάζεται χώρο για να είναι αυτό που είναι: ένα παιδί που μαθαίνει, δοκιμάζει, δυσκολεύεται και σταδιακά αναπτύσσει νέους τρόπους να αντιμετωπίζει όσα του συμβαίνουν.
Το παιδί δεν χρειάζεται έναν τέλειο ενήλικο
Δεν χρειάζεται έναν ενήλικο που δεν θυμώνει ποτέ ή δεν χάνει την υπομονή του. Χρειάζεται έναν ενήλικο που προσπαθεί να αναγνωρίσει τη δική του δυσκολία και να μην τη μετατρέπει σε απαίτηση στην οποία το παιδί δεν μπορεί ακόμα να ανταποκριθεί.
«Είδα ότι δυσκολεύεσαι και είμαι εδώ»,
«Δεν θα σε αφήσω να χτυπήσεις. Είμαι όμως εδώ για να σε βοηθήσω να ηρεμήσεις»,
«Κι εγώ μερικές φορές χάνω την υπομονή μου. Θα προσπαθήσουμε να βρούμε έναν τρόπο να το διαχειριστούμε».
Αυτές οι φράσεις δεν σημαίνουν ότι επιτρέπουμε τα πάντα. Τα όρια παραμένουν απαραίτητα. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο τα θέτουμε: χωρίς να ταυτίζουμε τη συμπεριφορά με την αξία του παιδιού, χωρίς να το ντροπιάζουμε για όσα νιώθει και χωρίς να απαιτούμε να καταφέρει μόνο του κάτι που ακόμη μαθαίνει.
Και, φυσικά, δεν θα τα καταφέρουμε πάντα. Θα υπάρξουν στιγμές που θα φωνάξουμε, θα αντιδράσουμε απότομα ή θα πούμε κάτι που αργότερα θα θέλαμε να είχαμε διατυπώσει διαφορετικά.
Τότε υπάρχει χώρος για κάτι εξίσου σημαντικό: την επανόρθωση. Να επιστρέψουμε στο παιδί, να αναγνωρίσουμε τη δική μας αντίδραση και να αποκαταστήσουμε τη σύνδεσή μας.
Δεν χρειάζεται να είμαστε τέλειοι για να στηρίξουμε την ανάπτυξή του. Χρειάζεται να είμαστε πρόθυμοι να παρατηρούμε, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των δικών μας αντιδράσεων και να προσπαθούμε ξανά.
Και στην παιγνιοθεραπεία;
Αν το παιδί δυσκολεύεται να εκφράσει με λόγια όσα νιώθει, χρειάζεται να βρούμε έναν τρόπο να το συναντήσουμε στον δικό του κόσμο.
Στην παιγνιοθεραπεία, το παιχνίδι γίνεται ο χώρος όπου το παιδί μπορεί να εκφραστεί με τον δικό του τρόπο: μέσα από την κίνηση, τη φαντασία, τις ιστορίες και τη δράση.
Δεν του ζητώ να εξηγήσει τα πάντα, να βάλει σε τάξη τα συναισθήματά του ή να βρει τις σωστές λέξεις για όσα του συμβαίνουν. Προσπαθώ να συναντήσω τον δικό του τρόπο έκφρασης και να του προσφέρω μια σχέση μέσα στην οποία μπορεί να νιώσει ασφάλεια, να εξερευνήσει τις εμπειρίες του και να ανακαλύψει σταδιακά νέους τρόπους να ανταποκρίνεται σε όσα το δυσκολεύουν.
Το παιχνίδι δεν είναι μια λιγότερο σημαντική μορφή επικοινωνίας. Είναι ένας φυσικός, αναπτυξιακά κατάλληλος τρόπος με τον οποίο το παιδί εκφράζεται και εξερευνά τον κόσμο του.
Εκεί δεν χρειάζεται να έχει ήδη όλες τις απαντήσεις, ούτε να ξέρει πάντα τι νιώθει ή πώς να το εξηγήσει. Βρίσκει έναν χώρο όπου μπορεί να είναι ο εαυτός του, με τις δυνατότητες και τις δυσκολίες του, και έναν ενήλικο πρόθυμο να το καταλάβει.
Δεν χρειάζεται να μεγαλώσει για να μπορέσουμε να το καταλάβουμε. Χρειάζεται να είμαστε πρόθυμοι να το συναντήσουμε εκεί όπου βρίσκεται.
Σύνταξη: Μαριλένα Χαλαμανίδου, Κοινωνική Λειτουργός MSc – Ειδικός Θεραπευτικού Παιχνιδιού – Εκπ. Ψυχοθεραπεύτρια Gestalt
Επιμέλεια: H oμάδα του Teach & Treat
Πηγές:
Landreth, G. L. (2023). Play Therapy: The Art of the Relationship (4th ed.). Routledge.
Siegel, D. J. (2020). The Developing Mind: How Relationships and the Brain Interact to Shape Who We Are (3rd ed.). Guilford Press.







