Πώς όσα μας πλήγωσαν στην παιδική ηλικία μπορούν, χωρίς να το καταλάβουμε, να περάσουν στη σχέση μας με τα δικά μας παιδιά;
Κάποιες φορές, η πιο απρόσμενη συνάντηση με το δικό μας παρελθόν έρχεται μέσα από τη σχέση με τα παιδιά μας. Ακούμε τη δική μας φωνή να λέει λόγια που κάποτε μας πλήγωσαν.
Υπάρχουν φράσεις που γεννιούνται μέσα μας πολύ νωρίς. Μία από αυτές είναι: «Όταν μεγαλώσω, εγώ δεν θα είμαι ποτέ σαν τους γονείς μου».
Μπορεί να την έχουμε πει μετά από έναν καβγά, μια τιμωρία, μια αδικία ή μια στιγμή που νιώσαμε ότι δεν μας άκουσαν. Εκείνη τη στιγμή μοιάζει με υπόσχεση. Μια προσωπική διακήρυξη ότι η δική μας οικογένεια θα είναι διαφορετική.
Και πράγματι, μεγαλώνουμε. Κάνουμε παιδιά. Προσπαθούμε να είμαστε πιο ήρεμοι, πιο διαθέσιμοι, πιο τρυφεροί. Προσπαθούμε να μην επαναλάβουμε όσα μας πλήγωσαν.
Μέχρι που μια μέρα ακούμε τον εαυτό μας να λέει στο παιδί μας μια φράση που θυμόμαστε από τα δικά μας παιδικά χρόνια ή αντιδρούμε με έναν τρόπο που μας είναι τρομακτικά οικείος.
Και τότε έρχεται η απορία.
Πώς γίνεται να επαναλαμβάνουμε κάτι που τόσο πολύ προσπαθήσαμε να αποφύγουμε;
Ίσως γιατί η μνήμη δεν είναι μόνο αυτό που μπορούμε να αφηγηθούμε. Δεν θυμόμαστε απλώς γεγονότα. Μαθαίνουμε, μέσα από τις πρώτες μας σχέσεις, τρόπους να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τους ανθρώπους.
Μαθαίνουμε πώς μοιάζει η ασφάλεια, πώς εκφράζεται ο θυμός, πώς αντιμετωπίζεται η διαφωνία, τι σημαίνει να ζητάς βοήθεια, τι σημαίνει να κάνεις λάθος.
Κάποια από αυτά τα μαθαίνουμε χωρίς να το καταλάβουμε.
Γι’ αυτό και η μνήμη δεν είναι πάντοτε επιλογή. Δεν αποφασίζουμε συνειδητά ποια παλιά εμπειρία θα ενεργοποιηθεί όταν το παιδί μας αργεί να κοιμηθεί, μας αμφισβητεί, φωνάζει ή απομακρύνεται. Μπορεί μια σημερινή στιγμή να συναντήσει, μέσα μας, κάτι πολύ παλιότερο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είμαστε καταδικασμένοι να επαναλάβουμε την ιστορία.
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο δύσκολη και ταυτόχρονα πιο ελπιδοφόρα πλευρά της γονεϊκότητας. Δεν μπορούμε πάντα να επιλέξουμε τι θα μας αγγίξει, μπορούμε όμως να προσπαθήσουμε να επιλέξουμε τι θα κάνουμε με αυτό.
Το να αναγνωρίσουμε ότι κάποτε αντιδρούμε σαν τους γονείς μας δεν σημαίνει ότι τους δικαιολογούμε ούτε ότι ακυρώνουμε όσα ζήσαμε. Σημαίνει ότι αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε πως οι άνθρωποι συχνά μεταφέρουν στις επόμενες γενιές όχι μόνο αυτά που θέλουν να δώσουν, αλλά και αυτά που δεν πρόλαβαν να επεξεργαστούν.
Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι να γίνουμε το ακριβώς αντίθετο από τους γονείς μας. Γιατί ακόμη και τότε, με έναν παράδοξο τρόπο, συνεχίζουμε να ορίζουμε τον εαυτό μας σε σχέση με εκείνους.
Ίσως το ουσιαστικότερο βήμα είναι άλλο.
Να γνωρίσουμε την ιστορία μας χωρίς να χρειάζεται να την επαναλάβουμε. Να μπορούμε να πούμε: «Αυτό το έζησα. Αυτό με επηρέασε. Αυτό με δυσκολεύει ακόμη. Αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να γίνει η δική μου συνέχεια».
Τα παιδιά μας δεν χρειάζονται γονείς χωρίς παρελθόν. Χρειάζονται γονείς που μπορούν να κοιτούν το παρελθόν τους χωρίς να αφήνουν αυτό να αποφασίζει κάθε φορά για το παρόν τους.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική διαφορά ανάμεσα στο «δεν θέλω να είμαι σαν τους γονείς μου» και στο πιο ώριμο:
«Ξέρω από πού έρχομαι. Και τώρα μπορώ να αποφασίσω προς τα πού θέλω να πάω».
Σύνταξη: Παντελής Βρανάς, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας
Επιμέλεια: Η ομάδα του Teach & Treat







